Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

ΕΞΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΑ ΕΓΚΑΤΑ ΤΗΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΙΚΗΣ ΓΗΣ


Κάποια Κυριακή πρωί, μία χαρούμενη σπηλαιοσυντροφιά φορτωμένη στους ώμους της
τα σακκίδια του εξοπλισμού και των προσδοκιών της, ανηφορίζει την πλαγιά του
βατικιώτικου βουνού.

Προορισμός το στόμιο ενός βαράθρου που η διαλυσιγενής ικανότητα του νερού
στον ασβεστόλιθο έχει δημιουργήσει σε κάποιο οροπέδιο.
Ο χάρτης και τα όργανα συμφωνούν.
Υψόμετρο 129 μέτρα.

Τη σπηλαιοπαρέα υποδέχεται το μεγάλο αρπαχτικό που φωλιάζει
στην είσοδο.
Συνηθισμένη περίπτωση, σε κάθε είσοδο σπηλαίου η βαράθρου να φωλιάζει αρπακτικό.
Το βράδυ σαν οι νυχτερίδες εγκαταλείψουν το βάραθρο για να κυνηγήσουν έντομα,
κάποιες θα δεχτούν την επίθεση του. Το ίδιο και σαν το χάραμα επιστρέψουν.

Μετά απο ένα ανήσυχο πέταγμα το μεγάλο αρπαχτικό κουρνιάζει στη κόχη του γκρεμού
που είναι η είσοδος του βαράθρου.
Η κοπέλα της σπηλαιοσυντροφιάς ήρεμα πλησιάζει πρός το αρπαχτικό .
μιλώντας του σιγανά.

Το πουλί καθησυχασμένο παραμένει στη θέση του. Η απόσταση που τους χωρίζει δεν
είναι παραπάνω από 3 μέτρα, και μία παράξενη επικοινωνία εξελίσσεται.
Όταν η Φύση προσεγγίζεται αλλοιώς.

Θα κόντευε 10 η ώρα όταν ο πρώτος σπηλαιοσύντροφος, ελεύθερο αφήνει το
σώμα του στο κενό.

Εγκαταλείποντας την επιφάνεια.

Ο καταβατήρας σταματάει 35 μέτρα παρακάτω, σε κάθετη κατάβαση.
Το δάπεδο σχηματίζει μία πλατεία και πρός τα ανατολικά μία στοά,
ή οποία 10 μέτρα μετά καταλήγει σε αδιέξοδο.
Στο δάπεδο όμως σχηματίζεται το στόμιο ενός πηγαδιού, που δείχνει να οδηγεί
σε βαθύτερα διαμερίσματα.
Κατάβαση σε δεύτερο επίπεδο και μετά απο άλλα 35 μέτρα κάθετης κατάβασης,
το πηγάδι οδηγεί σε ευρύχωρη αίθουσα, 70 μέτρα κάτω απο την επιφάνεια του
εδάφους.
Ο δεύτερος ένοικος του σπηλαίου μας υποδέχεται.














Μεγάλος μαύρος σκορπιός των σπηλαίων.
Η αίθουσα κοσμείται από πλούσιο σταλακτιτικό διάκοσμο και κουρτίνες.

Κάπου τα τοιχώματα της τελειώνουν, όμως σε κάποιο σημείο του δαπέδου άλλο
στόμιο πηγαδιού δείχνει ότι το βάραθρο συνεχίζει και σε τρίτο επίπεδο.
30 μέτρα μετά οι καταβατήρες σταματούν.
105 μέτρα κάτω απο την επιφάνεια του εδάφους, τεράστιες αίθουσες και πλούσιος
σταλακτιτικός διάκοσμος.


Στενός διάδρομος και σε κάποιο σημείο σταματάει δείχνοντας στενό λαγούμι.
Οριζόντια σπηλαίωση ίσως.
Ώρα για περπάτημα. Τι περπάτημα δηλαδή, γονατιστό περπάτημα, μερικές φορές
και σύρσιμο με την κοιλιά.
140 μέτρα οριζόντιας δύσκολης διαδρομής.
Που οδηγούν σε μία μικρή αίθουσα.
Και εκεί πάλι κάθετο κατέβασμα, αυτή τη φορά μόνο 16 μέτρα.
Πλέον δεν υπάρχει διάκοσμος στα τοιχώματα του βαράθρου, παρά
γυμνός ασβεστόλιθος.
Τα όργανα δείχνουν 150 μέτρα κάτω απο την επιφάνεια και 20 μέτρα κάτω
απο την στάθμη της θάλασσας.
Πλήθος απο νυχτερίδες θορυβημένες πετούν, ενώ στο δάπεδο είναι εμφανείς οι
εναποθέσεις γκουανό.
Μικρές, μονόχρωμες, γκρί, πεταλουδίτσες πετούν, ενώ δέχονται την επίθεση ενός
πουλιού που δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε.
Μία ολόκληρη βιοκοινωνία 160 μέτρα βαθιά στα έγκατα της γής, στο απόλυτο
σκοτάδι.

Σταματάμε για την απαραίτητη ανάπαυση. Λίγο νερό, ξηροί καρποί, μπισκότα,
για να αναπληρωθούν οι ξοδεμένες θερμίδες.
Νοιώθεις τα συναισθήματα ανάκατα μέσα σου.
Κάπου νοιώθεις πως έχεις κατέβει στον Άδη.
Πώς κάπως έτσι θα πρέπει να είχε νοιώσει και ο Ηρακλής όταν κατέβηκε σε αυτόν.
Έχεις την αίσθηση πώς μέσα απο τις μισοφωτισμένες αίθουσες θα προβάλλουν σκιές
και ψυχές.
Και έπειτα πάλι βλέποντας και θαυμάζοντας τη ζωή σε αυτό το βάθος και στα απόλυτα
σκοτάδια, νοιώθεις πώς ο πλανήτης σου έχει ξεγυμνωθεί. Πώς δεν έχει τίποτα πιά να
σου κρύψει.
Νοιώθεις πώς οι σιωπές μας μιλούν, και πώς καταλαβαίνονται απόλυτα.

Ώπ! τον πιάσαμε τον κλέφτη.
Ένα δολιχόποδο έχει αρπάξει ένα κομμάτι μπισκότου, και τρέχει να εξαφανιστεί
στις σχισμές του ασβεστόλιθου.
Ευτυχώς η ψηφιακή το προλαβαίνει.
Σιγά που θα έλεγε όχι στην πρόκληση της έτοιμης τροφής, επειδή δεν είχε ξαναδεί
ανθρώπους.


Στο τέλος της αίθουσας, 6 μέτρα παρακάτω, σχηματίζεται η λεκάνη μίας λίμνης
με καθαρά πράσινα νερά.
Ίσως και να είναι θάλασσα μιάς και είμαστε 20 μέτρα κάτω απο τη στάθμη της.
Όμως όχι, είναι καθαρό, γλυκό, πόσιμο νερό.
Ίσως να είμαστε στον υδροφόρο ορίζοντα.
Σε κάποια σημεία δεν φαίνεται πυθμένας, και το νερό σχηματίζει μαύρες τρύπες.
Σημάδι πώς το βάραθρο συνεχίζεται σε πλημυρισμένα διαμερίσματα, πού ποιός ξέρει
ως που εκτείνονται.
Πλέον χρειάζεται εξειδικευμένη εμπειρεία σπηλαιοκατάδυσης, και ειδικός εξοπλισμός.


Ώρα για επιστροφή.
Όταν και ο τελευταίος της σπηλαιοπαρέας ανέβηκε στην επιφάνεια, τα ρολόγια
έχδειχναν 8 το βράδυ.
10 ώρες μέσα στην κοιλιά της μάνας Γής!
Την κουρασμένη επιστροφή συνόδευε ένα μαγευτικό δειλινό.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Μα πού είναι αυτό το σπήλαιο;